Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΕΥΒΟΙΚΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ

  ΕΥΒΟΙΚΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ (πρώτη δημοσίευση)  
 Πριν  από κάμποσους μήνες είχα κάνει μία ανάρτηση με τίτλο: ΖΗΤΕΊΤΑΙ  ΕΚΔΟΤΗΣ και αναφερόμουν στο βιβλίο μου ΕΥΒΟΙΚΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ και άλλες Υδροκίνητες Προβιομηχανικές Μονάδες της Εύβοιας.  Σήμερα βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι βρέθηκε ο εκδότης και ως εκ τούτου το βιβλίο βρίσκεται προ των πυλών της κυκλοφορίας.
    Πέρασαν ακριβώς 12 χρόνια από τότε που αποφάσισα να καταγράψω και αυτή την δραστηριότητα των προγόνων μας στο νησί απ' άκρη σ' άκρη. Από τη Λιχάδα, στο βόρειο άκρο, μέχρι την Αμυγδαλιά στο νότιο άκρο. Από το Μετόχι στη μεριά του Αιγαίου, μέχρι τη Μονή Γαλατάκη στη μεριά του Ευβοϊκού. Δυσκολίες  πολλές, κίνδυνοι άπειροι, μέσα στα ρέματα και τα λαγκάδια για να ξετρυπώσω ότι έχει ακόμη απομείνει από μία ένδοξη εποχή. Ο νερόμυλος αυτός ο ευρηματικός μηχανισμός κράτησε με πείσμα και υπομονή από την εποχή του Μιθριδάτη μέχρι και το 1960.
     Αποτέλεσμα αυτής της πολύχρονης έρευνας μέσα από τα αρχεία και την πολυπληθή βιβλιογραφία είναι οι 190 σελίδες του βιβλίου πλαισιωμένες με κείμενα, διασταυρωμένες παραπομπές και 175 φωτογραφίες. Είναι δε αφιερωμένο σε όσους στα 35 χρόνια της ερευνητικής μου σταδιοδρομίας, με βοήθησαν, μου συμπαραστάθηκαν, με διόρθωσαν.Το προλογίζει ο καθηγητής Βυζαντινολογίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος.
Μαζί με τον αείμνηστο μυλωνά Βασίλη Σαλή και την αείμνηστη γυναίκα του κ Κατερίνα στην  Οχτωνιά.

Με τον αείμνηστο μυλωνά Γιάννη Συκά στο Μετόχι της Δίρφυς.

Με τον αείμνηστο μυλωνά Ανδρέα Τριναταφύλλου στο Σπαθάρι.

Νερόμυλος Θοδωρή Τζένη στο Πανοχώρι Καρυστίας (φωτογραφία Χρυσούλα Κακαράτζα)

Νερόμυλος νεροτριβή Ανδρέα Τριανταφύλλου στο Σπαθάρι.

Νερόμυλος Δροσούνη στον Κοτσικιά.

Νερόμυλος στα Καμπιά κοντά στην Αγία Κυριακή.

Ρωμαϊκού τύπου νερόμυλος του Κατσιμπού στα Ψαχνά.

Νερόμυλος του Παπαγιάννη στο Αυλωνάρι.

Του Σαντά ο Μύλος στους Ανδρονιάνους.

Νερόμυλος νεροτριβή Γ. Κατσιμπού στην Κάρυστο.

Νερόμυλος με βαθμιδωτό υδατόπυργο στα Κάψαλα. 

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

ΡΕΠΟΡΤΑΖ-- ΣΤΟΝ ΑΓΙΩΡΓΗ ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΑΜΠΕΛΑΚΙ

     Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος  πολλοί ήταν οι Λιμνιώτες και οι Λιμνιώτισσες που ανηφόρησαν, άλλοι με τα πόδια  σε παρέες και άλλοι με τα αυτοκίνητα για να παραβρεθούν στην θεία λειτουργία που τελέστηκε στο φερώνυμο, ιστορικό, εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο απέμεινε ανέπαφο μετά τη μεγάλη και καταστροφική πυρκαγιά του 2016. Το εκκλησάκι αυτό χτίστηκε από τη ναυτική οικογένεια Φλώκου σε αντικατάσταση του παλαιοτέρου που υπήρχε στην παρακείμενη ρεματιά το οποίο καταστράφηκε από το μεγάλο σεισμό του 1884.
    Μετά τη θεία λειτουργία οι παραβρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τα κάθε λογής εδέσματα  τα οποία είχαν ετοιμάσει οι νοικοκύρηδες, δίπλα στη φύση που αντιστέκεται και σιγά - σιγά αναγεννάτε βάζοντας έντονο πράσινο στο βαθύ μαύρο της πυρκαγιάς.
Γιάννης Φαφούτης. 





Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

ΡΕΠΟΡΤΑΖ - ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΟ ΚΟΥΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡΕΒΥΘΙ

   Μία ξεχωριστή παράσταση κουκλοθέατρου είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το περασμένο Σάββατο 14 Απριλίου 2018 όσοι είχαν την ευκαιρία να παραβρεθούν στην κατάμεστη αίθουσα του κινηματοθεάτρου Ελύμνιον.
    Η θεατρική Ομάδα "ΤΟ ΚΟΥΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡΕΒΥΘΙ" για μία ολόκληρη ώρα τα έδωσε όλα και εισέπραξε στο τέλος το παρατεταμένο χειροκρότημα της επιβράβευσης του κοινού.
   Τι ήταν όμως αυτό που μας παρουσίασαν τα μέλη της ομάδας με ένα ξεχωριστό και πρωτότυπο τρόπο που είναι αποτέλεσμα μεγάλης προετοιμασίας σε συνδυασμό με τις νέες τεχνολογίες που ακούνε στο όνομα "Μαύρο Θέατρο". 
    Ακούγοντας κουκλοθέατρο ο νους μας πηγαίνει σε κάτι μόνο το παιδικό. Παρακολουθώντας όμως την μαγεία των χρωματιστών κινουμένων σχεδίων  σε συνδυασμό με το σενάριο την κατάλληλη μουσική και τον κατάλληλο φωτισμό διαπιστώνεις ότι η παράσταση μπορεί να είναι για παιδιά αγγίζει όμως όλους μας.
    Και  πως να μην μας αγγίζει αφού το μήνυμα που βγήκε είχε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος από τις κάθε λογής  επιβουλές που σαν στόχο τους έχουν μόνο το κέρδος και όχι την ίδια η ζωή.
   Τελικό συμπέρασμα: Πρώτα πρέπει να αλλάξουμε τον εαυτό μας αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο προς το καλύτερο.
    Κατά την ταπεινή μου γνώμη επιβάλλεται η παράσταση να επαναληφθεί και μάλιστα να ενταχθεί στις καλοκαιρινές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Σκηνοθεσία - Κούκλες-Σκηνικά: Ζαχαρούλα Καψάλα.
Συμμετείχαν: Μαρία Χαλεπά, Βασιλική Χασάνη, Γιάννης Χρυσάνθης.
Αφήγηση: Γιώργος Λαμπριανός.
Ήχος - Φώτα: Νίκος Νικολαϊδης.










Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ


 Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ  ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΕΥΒΟΙΑΣ  
  (Πρώτη δημοσίευση)
    Με την παραδοσιακή υφαντική τέχνη  στην Ελλάδα  έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς πολλοί καταξιωμένοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και λαογράφοι γι αυτό με την σημερινή ανακοίνωση δεν «κομίζω γλαύκ’ ές Αθήνας».
    Αυτό, όμως, που έχει γίνει κατορθωτό από τη μεριά  μου, είναι η συγκέντρωση στοιχείων γύρω από την τεχνική της ύφανσης των περίφημων Λιμνιώτικων κιλιμιών, τα οποία  προήλθαν από συνεντεύξεις με παλιές υφάντρες της Λίμνης,1 καθώς και το σπουδαιότερο απ΄ όλα για πρώτη φορά η διασωστική, φωτογραφική καταγραφή των παλιών σχεδίων, για μία χρονική περίοδο που ανήκει στην Νεώτερη Ελληνική Ιστορία, δηλαδή μετά την ένταξη της Εύβοιας στα όρια του νέου Ελληνικού κράτους.2
    Η ενασχόληση της Λιμνιώτισσας με τον αργαλειό και την υφαντική τέχνη, από τις μαρτυρίες  που διαθέτουμε, έχει την  αρχή της στα χρόνια της  Επανάστασης του 1821. Στα 1803 ο γάλλος Bartholdy θα γράψει για την οικοτεχνική δραστηριότητα των γυναικών της Λίμνης πάνω στους αργαλειούς και την ύφανση.3 Δύο χρόνια αργότερα, το 1805,  ο βρετανός  Henry  Raikes θα συναντήσει βιοτεχνία επεξεργασίας  μεταξιού σε υπόγειο κάποιου οικήματος κατά την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας.4 Ενώ η  γκραβούρα του Εσθονού περιηγητή βαρώνου Otto Magnus von Stackelberg το 1810,5 που συνοδεύεται με αναλυτική επεξήγηση της εικόνας  και  μας δείχνει την Λιμνιώτικη αυλή με τον αργαλειό και τις γυναίκες που γνέθουν το μαλλί και επεξεργάζονται το βαμβάκι, συμπληρώνει τα προεπαναστατικά  γραπτά στοιχεία.
    Από αυτή την περίοδο  και μετέπειτα αναπτύχθηκε μία ντόπια βιοτεχνία παραγωγής υφαντών, που δεν στάθηκε μόνο στην οικιακή αναγκαιότητα κάθε υφάντρας αλλά ξεπέρασε τα Λιμνιώτικα όρια αφού οι Λιμνιώτες δέχονταν  παραγγελίες από τα γύρω χωριά, από άλλες πόλεις της Εύβοιας, και της Ελλάδας ακόμη, κάτι που συνεχίστηκε και τις αμέσως μετά τον πόλεμο δεκαετίες του 50 και του 60.6

1.To κείμενο  και το φωτογραφικό υλικό μετά τη δημοσίευσή του, παραδίδεται σε άλλους ειδικότερους από εμένα για περαιτέρω έρευνα και σχολιασμό.
2.Η νήσος Εύβοια μετά από πολλές περιπέτειες εντάχθηκε στα όρια του νέου Ελληνικού κράτους  με το πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Ιανουάριο του 1830.
3.Ανθρωπολογικά και Αρχαιολογικά Χρονικά, Η Οικονομία της Εύβοιας μέσο ξένων περιηγητών 17ος αρχές 19ου αιώνα ιστορικό αγροτικής παραγωγής, σελίδα 118, Φωτεινή Σ. Παπαθανασίου
4.Βλέπε σημ: 3.
5.Περισσσότερα στοιχεία για τη ζωή και τις δραστηριότητες του Otto Magnus von Stackelberg,μπορεί να διαβάσει ο αναγνώστης στο βιβλίο Τόπος και Εικόνα χαρακτικά ξένων περιηγητών για την Ελλάδα, τόμος Ζ- 19ος αιώνας, εκδόσεις ΟΛΚΟΣ, Αθήνα,1985.Η γκραβούρα, επίσης, βρίσκεται μεταξύ  άλλων έργων του περιηγητή στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, αλλά και αναρτημένη σε μεγέθυνση στον άνω όροφο του δημαρχείου της Λίμνης Ευβοίας, με πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Γιάννη Μπλουκίδη.  
6 Δυστυχώς την περίοδο της γερμανικής κατοχής, οι Λιμνιώτες για να επιβιώσουν από την φοβερή εκείνη πείνα, αναγκάστηκαν να πουλήσουν, με την μέθοδο της ανταλλαγής των προϊόντων, κιλίμια υψηλής υφαντικής τέχνης, στα γύρω χωριά και στην απέναντι από τη Λίμνη  Βοιωτική ακτή της Αταλάντης. 
 Έτσι με το πέρασμα του χρόνου, η τέχνη πέρασε από την μάνα στην κόρη και από την γιαγιά στην εγγονή, αφού τα κορίτσια από την μικρή ηλικία των εννέα ετών, ίσα που έφταναν τα ποδαράκια τους  στις πατήθρες τα έβαζαν να μάθουν αργαλειό.
   
    Έλεγε η γιαγιά στην εγγονή:

Την ευχή μου να ’χεις, αργαλειό να μάθεις

χέρια πόδια να κουνάς, την σαΐτα να περνάς.7
  
    Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια κινήθηκε η υφαντική παράδοση της Λίμνης. Σ’ αυτή την μικρή σε μέγεθος και πληθυσμό, αλλά μεγάλη σε ιστορία κωμόπολη των ναυτικών και των παραδόσεων ο αργαλειός ήταν αναπόσπαστο  σχεδόν στοιχείο σε κάθε Λιμνιώτικο σπίτι. Στην αυλή το καλοκαίρι και στο κατώι το χειμώνα η Λιμνιώτισσα υφάντρα έδινε καθημερινά τη δική της μάχη, παλεύοντας με το ξυλόχτενο και τα μιτάρια,8 με τις σαίτες και τα σχέδια, για να φτιάξει την προίκα των κοριτσιών και όλα τα αναγκαία  του σπιτικού. Και τι δεν πέρασε από τα χέρια της παλιάς Λιμνιώτισσας υφάντρας, πόσα τραγούδια δεν ταίριαξε σκυμμένη πάνω στο υφάδι, για πολλά μερόνυχτα στον αργαλειό.

                      

 

Μαλαματένιος αργαλειός και φιλτισένιο χτένι

κι’ ένα κορμί αγγελικό που κάθεται και φαίνει,
υφαίνει και βροντολογεί και σιγοτραγουδάει.9
  

    Καθώς εργάζονταν με τις ώρες στο μαγικό κήπο των χρωμάτων και των σχεδίων τραγούδησαν  κι  άλλα τραγούδια, που εμπνεύστηκαν  υφάντρες, από άλλες περιοχές της Ελλάδας  μέσα στα πλαίσια της μετακίνησης των τραγουδιών από τόπο σε τόπο.            
                    
Τιμή μεγάλη και τρανή πούν’ αργαλειός στο σπίτι,
το κάθε δόντι του χτενιού αξίζει μαργαρίτη.
Μεταξωτό είναι το πανί, μεταξωτό το χτένι,
μεταξωτή κι η κοπελιά που κάθεται και φαίνει.
7.Το τραγούδι διέσωσε η παλιά υφάντρα, αείμνηστη Ανθούλα Αποστόλου, Γαρυφάλλου.
8.Στο τέλος της εργασίας με τίτλο «ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ» βρίσκονται όλες οι ονομασίες των εξαρτημάτων.
9.Γιάννης Φαφούτης, Στοιχεία Λιμνιώτικης Λαογραφίας ,έκδοση Δήμου Λίμνης Ευβοίας,1992,το τραγούδι του αργαλειού, σελίδα 71.
 Τα σπουδαιότερα, εξάλλου, από τα Λιμνιώτικα υφαντά που ήταν φτιαγμένα με φαντασία και υπομονή, σήμα κατατεθέν της ντόπιας βιοτεχνίας ήταν τα περίφημα κιλίμια. Δίφυλλα, τρίφυλλα, τετράφυλλα, με ποικίλα σχέδια και παραλλαγές, βγήκαν κατά εκατοντάδες από τους Λιμνιώτικους αργαλειούς, ενισχύοντας τα νοικοκυριά και την ντόπια οικονομία. Το στέφανο το γαρυφαλλάκι, η αλυσίδα, το βυζαντινό, οι ακτίνες, το μπουμπούκι, οι μύλοι, ο κρίνος, το μωσαϊκό, οι μπάρες, η Εύβοια, τα κανατάκια, το λοξό, οι μαργαρίτες, οι καρδίες, οι ρίζες, το αστεράκι, το πεύκο, είναι μερικά από αυτά τα στοιχεία που δημιούργησε η πηγαία έμπνευση της αγνής και αυθόρμητης λαϊκής ψυχής.10
    Η γυναίκα ύφαινε γιατί έπρεπε να ετοιμάσει όλα τα απαραίτητα στην οικογένεια και εκτός από το να βγάζει αρκετό και γερό ύφασμα, καταπιανόταν και το στόλιζε με σκηνές και σχέδια,έτσι βρίσκουμε ζώα, πουλιά, φυτά, σχέδια διάφορα με παραλλαγές από υφαντό σε υφαντό, αλλά και απλά γεωμετρικά σχήματα και συνθέσεις, που μέσα τους ανιχνεύουμε αρχαιοελληνικές και βυζαντινές καταβολές. Αν  ήταν κιόλας ιδιαίτερα προικισμένη, με φαντασία και υπομονή κι΄ αν αγαπούσε την τέχνη της, η υφάντρα ένιωθε ικανοποίηση που αναγνωριζόταν και να επαινούνταν από το γύρω  κόσμο της. Από το Λιμνιώτικο αργαλειό  βγήκαν έργα υψηλής υφαντικής καλλιτεχνικής πνοής, τόσο στα σχέδια, όσο και στη διαύγεια και στην αρμονία των χρωμάτων.
    Για να σας δώσω τη διάσταση που είχε πάρει  εκείνη την εποχή  η υφαντική στη Λίμνη, αναφέρω ενδεικτικά ότι αν τα σπίτια ήταν 500 οι αργαλειοί ήταν 600, γιατί πολλά σπίτια είχαν από δύο αργαλειούς. Στον έναν ύφαιναν ψιλό πανί  (για σεντόνια, μαξιλάρια, πικεδένιες κουβέρτες, εσώρουχα κ.α ) και στον άλλο ύφαιναν σταθερά το κιλίμι.
    Τα χρώματά τους ήταν  ποικίλα  χαρούμενα και ζωηρά, σε όλες τις αποχρώσεις και τους τόνους. Τα παλιότερα υφαντά βέβαια ήταν  φτιαγμένα από φυτικές ύλες, βγαλμένες από την υπέροχη χρωματική παλέτα της φύσης.
    Αν υπολογίσουμε ότι με τις μεθόδους που μεταχειρίζονταν ο τόνος  των χρωμάτων δύσκολα ελεγχόταν από τις τεχνίτριες, θα διαπιστώσουμε πως τουλάχιστον οι πιο ανήσυχες και προικισμένες με χρωματική  ευαισθησία υφάντρες αντιμετώπιζαν με επιτυχία τις μεγάλες δυσκολίες που δημιουργούσε το χρωματικό πρόβλημα.
    Χρησιμοποίησαν βέβαια  μεθόδους που βρήκαν έτοιμες από προγενέστερους, όπως συμβαίνει σε κάθε ομαδική παραδοσιακή τέχνη. Βάζοντας ,όμως ,και τις δικές τους τεχνικές κατόρθωσαν έχοντας πάντα σαν οδηγό την ευαισθησία της χρωματικής αρμονίας να βρουν τους απαραίτητους βαθύτερους η ανοιχτότερους τόνους που δεν θα ανέτρεπαν αυτή την ισορροπία.11
-------------------------------------------------------------------------------------------------
10. Πολλά από αυτά τα κιλίμια  ,δωρεές των Λιμνιωτών ,εκτίθενται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Λίμνης,
11.Σοφία Γεωργά ,Φυσικές Βαφές στην Ελλάδα, εργασία που είναι γραμμένη η μισή στη γραφομηχανή και η μισή χειρόγραφη και πρόκειται για μια πολύ σπουδαία και εμπεριστατωμένη μελέτη, ίσως μοναδική. Την παραχώρησε ευγενικά  για την έρευνα , η κ Διονυσία Χάρβευ-Σέρραρντ.
Έτσι χρησιμοποίησαν:
1.Φύλλα αμυγδαλιάς για κίτρινο χρώμα.
2.Τσόφλια καρυδιάς για χρυσαφί, ανεξίτηλο.
3.Λουλούδια σπάρτου για κίτρινο.
4.Καρπός φραγκοσυκιάς για ροδόχρυσο.
5.Χαμομήλι για κίτρινο.
6.Λυγαριά (την καναπίτσα) για πράσινο χρώμα.
7.Κυπαρισσόμηλα για μπεζ.
8.Φλούδα ευκαλύπτου για χρώμα σκουριάς.
9.Τσουκνίδα για πράσινο.
10.Τσόφλια κρεμμυδιού για χρυσαφί.
11.Φλούδια ροδιού για μπρούτζινο.
12.Φλοιός κουμαριάς για μπεζ.
13.Βρωμοκαριά για πράσινο .
14.Φτέρη για καφέ σκούρο.
15.Σχοίνο για μπεζ.
16.Και τέλος το γνωστό μας ριζάρι για κόκκινο ανεξίτηλο χρώμα
     Εκτός, όμως, από τα φυτικά χρώματα έχουμε και τα φυσικά, αυτά δηλαδή  που μπορούμε να πάρουμε από τις πέτρες, το χώμα, την κοπριά, από τα μούσκλια, το κοχύλι   πορφύρα και άλλες ουσίες που τις χρησιμοποιούσαν και στην αρχαιότητa.
     Τρία είδη πορφύρας, το Murex Tranculus- Murex BrandarisPurpura Haemastoma,12 υπάρχουν και σήμερα σε αφθονία στη θαλάσσια περιοχή της Λίμνης και γενικότερα στο βόρειο Ευβοϊκό κόλπο.
   Η διαδικασία της βαφής έχει χαραχτήρα ιεροτελεστικό  και απαιτεί να τηρηθούν κάποιες προϋποθέσεις  για να πετύχει.  Βαφές έχουμε δύο ειδών:
   1.Αυτή που γίνεται με κρύο νερό.
   2.Αυτή που γίνεται με βρασμό.
   Και στις δύο περιπτώσεις εφαρμόζονται απαρέγκλιτα τα παρακάτω:
 1.Τα νήματα που προορίζονται για βάψιμο πρέπει να είναι πολύ καθαρά.
   2.Πρέπει να μπαίνουν στεγνά στη βαφή, γιατί τότε απορροφούν περισσότερο χρώμα.
  3.Ολες οι βαφές χρειάζονται κάποιο πρόστιμα,13  για να γίνει η βαφή σταθερή και αναλλοίωτη.
 4Το καζάνι που θα μπουν πρέπει να είναι τσίγκινο, ποτέ από χαλκό  ή σίδερο και το νερό πρέπει να σκεπάζει καλά τα νήματα.
 5.Μετά τη βαφή σουρώνονται και κρεμιούνται στη σκιά για να στεγνώσουν
 6.Αν μάλιστα βρίσκεται κανείς κοντά στη θάλασσα (όπως η Λίμνη για παράδειγμα)  ένα πρώτο ξέβγαλμα με θαλασσινό νερό δίνει ιδιαίτερη λάμψη στο χρώμα.
12.Παρόμοια συλλογή υπάρχει στο Λαογραφικό Μουσείο της Λίμνης.
  13.
                                         

                              
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ
     Παλιότερα οι γυναίκες έβαζαν το μαλλί πάνω στη ρόκα, το έγνεθαν και το έστριβαν με το αδράχτι και το σφοντύλι, για να  φτιαχτεί το νήμα,  ενώ όταν τα νήματα στις αρχές του αιώνα βιομηχανοποιούνται, αγοράζουν το νήμα σε κούκλες από τον έμπορο. Στη συνέχεια βάζουν το νήμα στην ανέμη και το τυλίγουν  σε μεγάλα κουβάρια. Όταν τελειώσει αυτή η εργασία βάζουν  τα κουβάρια σε ένα μεγάλο πανέρι και πηγαίνουν για το διάσιμο.
    Το διάσιμο γίνεται πάνω σ’ ένα μακρύ τοίχο της γειτονιάς, αφού πρώτα έχουν καρφώσει πάνω σ’ αυτόν 4-8 καρφιά αντικριστά και ακανόνιστα. Πάνω σ’ αυτά τα καρφιά απλώνουν  το νήμα κατά τον εξής τρόπο: Μια γυναίκα δένει  τις άκρες των κουβαριών πάνω στα καρφιά και πηγαίνοντας πέρα - δώθε απλώνει  τα νήματα πάνω σ’ αυτά, ενώ άλλες δύο γυναίκες στέκονται κοντά στα καρφιά και τακτοποιούν  το νήμα. Όταν πρόκειται  να διάσουν ψιλό νήμα η εργασία γίνεται  κατά τον ίδιο τρόπο με τη διαφορά ότι τα νήματα αντί να είναι  κουβάρια έχουν  τυλιχτεί εκ των προτέρων πάνω σε μασούρια από καλάμια και έχουν περαστεί στο ειδικό κλουβί για  να μην μπερδεύονται. (Συνήθως η εργασία γίνεται κάτω από την επίβλεψη και καθοδήγηση μιας παλιάς υφάντρας).  Μετά το διάσιμο  παίρνουν  το νήμα που έχει  πλέον τη μορφή ενός χοντρού σχοινιού και πηγαίνουν  στις τυλίχτρες. Δένουν  τις άκρες των νημάτων πάνω στο αντί  και το τοποθετούν  πάνω στις φούρκες της τυλίχτρας που είναι  μπηγμένες βαθιά στο έδαφος η μία απέναντι από την άλλη και πάντα σε κατηφορική μεριά. 
    Σε απόσταση ενός μέτρου από το αντί περνάνε  τη τσουγκράνα , ένα είδος χτενιού με ανοίγματα ανάλογα με το πάχος των νημάτων  την οποία  μετακινεί  μία υφάντρα πίσω –εμπρός σε όλη τη διάρκεια του τυλίγματος για να ξεμπερδεύονται οι κλωστές καθώς τυλίγονται πάνω στο αντί. Άλλες δύο γυναίκες (καμιά φορά και άντρες επειδή διαθέτουν περισσότερη μυϊκή δύναμη) έχουν περάσει σίδερα στις τρύπες που υπάρχουν  στην άκρη του αντιού περιστρέφοντάς το αργά και δυνατά σαν μαγκάνι για να τυλιχτούν σφιχτά τα νήματα πάνω σ’ αυτό. Το υπόλοιπο νήμα  το έχουν  τεντωμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση άλλες τέσσερις γυναίκες και το οποίο τραβούν με δύναμη.
    Η σθεναρή αντίσταση από τη μια μεριά των  γυναικών που τραβάνε  και η δύναμη που καταβάλλουν  από την άλλη περιστρέφοντας το αντί πάνω στις τυλίχτρες έχει  σαν αποτέλεσμα το νήμα να τυλίγεται σφιχτά και ομοιόμορφα. Η εργασία αυτή είναι  πολύ σημαντική για τη παραπέρα πορεία της ύφανσης στον αργαλειό. Όσες γυναίκες ασχολούνται πρέπει  να διαθέτουν την εμπειρία και να εργάζονται πάντα κάτω από τη στενή παρακολούθηση μιας ηλικιωμένης υφάντρας. (όπως  και στην περίπτωση του διασίματος) Τέλος πριν τοποθετηθεί το αντί πάνω στον αργαλειό περνάνε  τα νήματα από τα μιτάρια και το χτένι.
    Την εργασία την αποκαλούν παραμάτισμα.
    Αν επρόκειτο να υφάνουν κιλίμι   κατά την ύφανση του οποίου  τα διαστήματα του ξυλόχτενου είναι μεγάλα έχει καλώς, αν όμως, επρόκειτο για ουγιαστά η μετάξι, που  τα ανοίγματα του ξυλόχτενου είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο  η εργασία δυσκολεύει κατά πολύ και απαιτεί επιμονή και υπομονή, για να περάσουν οι κλωστές από τα ανοίγματα.
                                                   
ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
      Ο μοναδικός και παραδοσιακός  τύπος του αργαλειού  που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμα  σήμερα στη Λίμνη είναι οριζόντιος με κλειδιά. Στις δύο μπροστινές κολώνες του στηρίζεται το αντί και στο πίσω μέρος στηρίζεται το κάθισμα της υφάντρας.
Πάνω από το κεφάλι της υφάντρας, στις δύο οριζόντιες κολώνες και λίγο μπροστά υπάρχουν 4-5 θέσεις  από τις οποίες κρέμεται και ρυθμίζεται από την υφάντρα το ξυλόχτενο από το ίδιο σημείο  επίσης κρέμονται και ρυθμίζονται  τα μιτάρια.
    Ο αργαλειός  τέλος πρέπει να είναι  καλά αλφαδιασμένος και καλά στερεωμένος, ώστε να μην μετακινείται από τα δυνατά χτυπήματα του ξυλόχτενου.
                      
ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ  ΤΩΝ ΚΙΛΙΜΙΩΝ
     Οι νοικοκυρές αρχίζουν να στρώνουν τα κιλίμια από τη γιορτή της Αγίας Αικατερίνης (25 Νοεμβρίου) και πρέπει να έχουν τελειώσει μέχρι τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου),που αρχίζει να αντριεύει (δυναμώνει) ο καιρός, μπαίνει δηλαδή για τα καλά ο χειμώνας.
Σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα τα σκουπίζουν καθημερινά με την ψάθινη σκούπα και δύο τρις φορές τα σηκώνουν, τα κρεμάνε στην αυλή και τα τινάζουν με τα τιναχτήρια.
Oταν είναι η ώρα  να τα σηκώσουν  και να τα βολέψουν στα σεντούκια την άνοιξη αφού τα τινάξουν καλά,  τα περνάνε δύο τρία χέρια με πανί βουτηγμένο στο ξύδι,το οποίο  έχει την ιδιότητα εκτός από το να καθαρίζει τις σκόνες και τις βρωμιές να σφίγγει το νήμα και να μην  χαλαρώνει την   ύφανση.
Στη συνέχεια τα διπλώνουν όμορφα και βάζουν ανάμεσα σαμπούκο και άγρια λεβάντα, για να  μοσχοβολάνε και να διώχνουν το σκόρο.

ΤΙ   ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ
      Η πατροπαράδοτη γνώση της ύφανσης και του αργαλειού, που διατηρήθηκε ανόθευτη από γενιά σε γενιά καθιέρωσε στη Λίμνη  την λεγόμενη  «Υφαντική Σχολή Κιλιμιού.»
   Την διατήρηση αυτής της άτυπης σχολής για τόσα χρόνια την οφείλουμε στις υπέροχες αυτές υφάντρες,14 οι οποίες με πάρα πολύ μεράκι  και υπερβολική αγάπη για τον τόπο τους πέρασαν τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους στις επόμενες γενιές, μέχρι και σήμερα.
 -------------------------------------------------------------------------------------
14.Πληροφορίες γενικά για την υφαντική τέχνη στη Λίμνη μου έδωσαν οι αείμνηστες παλιές υφάντρες Ανθούλα Αποστόλου, Βαγγελιώ Γεωργίου, Βαγγελιώ Γκίκα και Ευγενία  Καστάνη, η οποία μου είπε και το τραγούδι του αργαλειού. Άλλες πληροφορίες μου έδωσαν οι υφάντρες Λούλα Μαναρίτσα, Γιώτα Βαφειάδη, και Αικατερίνη Μαυρομάτη που βρίσκονται σήμερα στη ζωή, αλλά και η προϊστάμενη του «Χειροναχτικού Συνεταιρισμού Γυναικών Λίμνης» τμηματάρχισσα  του ΕΟΜΕΧ  κ. Λίτσα Μουτζούρη.
   
Η Λίμνη που ανήκει στον τομέα της αδούλωτης επαρχίας, της παμπάλαιας προγονικής φύτρας του χωριού, που κράτησε ανόθευτη την Ελληνική Παράδοση  και  το Λαϊκό μας Πολιτισμό, συνεχίζει και σήμερα να ακτινοβολεί. Παρά τη βιομηχανοποίηση των υφαντών σε όλους τους τομείς, η Λίμνη αντιστέκεται και κρατά τη δική της παράδοση.
   Σε όλη αυτή την προσπάθεια πρωτοπορεί  η υπηρεσία υφαντικής πλεχτικής, ο  γνωστός στο πανελλήνιο πλέον  «Υφαντουργικός Συνεταιρισμός Γυναικών Λίμνης15 υφαίνοντας τα παλιά Λιμνιώτικα σχέδια, με την αρωγή του Δήμου Ελυμνίων και των πολιτών, προσφέροντας τα μέγιστα στη Λίμνη, στην Εύβοια και  στην Ελλάδα.
--------------------------------------------------------------------------------------------------
15.Ο συνεταιρισμός λειτουργεί από το 1988 και δημιουργεί με μεράκι 100% χειροποίητα προϊόντα. Στεγάζεται σε δημοτικό κτίριο που έχει παραχωρηθεί για αυτό το σκοπό, στη δυτική μεριά της Λίμνης, στη θέση «Κούκος».


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ



Ανέμη: Εργαλείο πάνω στο οποίο βάζουν τις κούκλες με το  νήμα και το τυλίγουν σε κουβάρια
Απολυταριά: Σίδερο ή άγριο ξύλο που περνάει μέσα από την τρύπα στο πισαντί και κρατάει κόντρα ακουμπώντας στο έδαφος..

Γυριστάρι: Εργαλείο με το οποίο η υφάντρα γυρίζει το πισαντί και τεντώνει το στημόνι .


Διάσιμο: Εργασία  με την οποία δημιουργείται το στημόνι προτού πάει στις τυλίχτρες.


Κλουβί: Σ’ αυτό περνάνε τα καλάμια με τα ψιλά  νήματα .




Κομποδέτης: Εργαλείο με το οποίο  κομποδένονται   τα νήματα στην αρχή της ύφανσης πρίν αρχίσουν να τυλίγονται πάνω στο πισαντί.

Κούκλα: Ποσότητα νήματος όπως το πουλούσε ο έμπορος.




Κρούνες: Οι φούρκες που βρίσκονται στις δύο άκρες του αργαλειού και πάνω τους τοποθετούνται το προσαντί και το πισαντί. Το όνομά τους οφείλεται στο γεγονός ότι είναι γαμψές και γυριστές, όπως οι μύτες των «κουρουνών», των θηλυκών κορακιών.

Μαγγάνι: Εργαλείο με το οποίο η υφάντρα τυλίγει πάνω σε καλάμια ψιλά νήματα.


Μιτάρια: Χοντρές κλωστές τοποθετημένες πολύ κοντά η μία στη άλλη ανάμεσα στις οποίες περνάνε οι κλώνοι από το στημόνι και βρίσκονται μπροστά από το ξυλόχτενο.

Ξυλόχτενο: Εργαλείο από το οποίο περνάνε οι κλώνοι του στημονιού πριν καταλήξουν στο προσαντί. Αφού περάσει η υφάντρα τη σαΐτα με τα νήματα το χτυπάει δυνατά για να σφίξει  η ύφανση.

Ουγιαστό: Είδος ύφανσης.







Παραμάτισμα:Η εργασία περάσματος των νημάτων του υφαδιού από τα μιτάρια.


Πατήθρες: Ξύλα μακρόστενα κάτω από τον αργαλειό και πάνω τους ακουμπάνε τα πόδια της υφάντρας . Μ’  αυτά ανεβοκατεβάζει τα μιτάρια ανάλογα με το  σχέδιο.

Πήχης:  Εργαλείο με το οποίο η υφάντρα μετρά  το μήκος του κιλιμιού.




Πικεδένιο: Είδος ύφανσης.







Πισαντί:  Το ξύλο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του αργαλειού και πάνω σ’ αυτό είναι τυλιγμένα τα νήματα (Στημόνι)

Προσαντί: Είναι το ξύλο που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την υφάντρα και πάνω σ’ αυτό τυλίγεται αργά το τελειωμένο κιλίμι.

Σαϊτα: Εργαλείο μέσα στο οποίο  τοποθετείται το χρωματισμένο νήμα  το οποίο αφού η υφάντρα  περάσει μέσα από τα  νήματα του στημονιού  δημιουργεί το σχέδιο.

Στιμόνι:Το νήμα που προορίζεται για ύφανση και είναι τυλιγμένο πάνω στο πισαντί.


Τσικλίδια:Τα περισσεύματα των νημάτων , που τα τυλίγουν σε μικρά ματσάκια.


Τσουγκράνα: Εργαλείο της υφάντρας που το χρησιμοποιεί για να ξεμπερδεύονται οι κλωστές κατά τη διάρκεια τυλίγματος του νήματος πάνω στο πισαντί.

Τυλίχτρες: Ξύλινες φούρκες μπηγμένες στο έδαφος πάνω στις οποίες τοποθετείται το πισαντί για να τυλιχτεί το υφάδι (στημόνι).


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΓΕΝΙΚΗ    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Γεωργά  Σοφία , Οι Φυτικές βαφές στην Ελλάδα.

2. Ζώρα  Πόπη ,Ελληνική Λαϊκή Τέχνη ,Λ. Μπαρζιώτης, 1980.

3. Παπαγεωργίου  Ασπασία, Ενδυμασία Κατοικία ,1982.

4. Παπαλιόλιου Ιωάννα  ,Οι βαφές.

5. Σταμέλλος Δημήτρης , Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη , εκδόσεις Αλκαίος, 1975.

6.Τζαχίλη  Ιρις , Υφαντική και Υφάντρες στο Προϊστορικό  Αιγαίο , 2000-1000 π.χ Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης ,1997.

7. Αγγελική  Χατζημηχάλη, Η Λαϊκή Τέχνη, τόμος Ζ Αρχείου Ευβοϊκών Μελετών.

8. Πολλές πληροφορίες επίσης έχουν προέλθει από τις νυνεντεύξεις που πήρα από τις παλιές υφάντρες της Λίμνης.


Από τα 186 αυθεντικά σχέδια Λιμνιώτικων κιλιμιών και των παραλλαγών τους δημοσιεύονται ενδεικτικά τα παρακάτω σχέδια. 














                                 
                               


























Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΚΝΟΣ (Το Μορφοβάπορο)




    Τον περσινό  Μάρτη  συμπληρώθηκαν ακριβώς σαράντα (40) χρόνια  (1977-2017) από τότε που εντάχθηκα στο έμψυχο δυναμικό της αρχαιότερης εφημερίδας του νησιού μας ( 1932) του «Πανεβοϊκού Βήματος».
     Όλα αυτά τα χρόνια έγραψα εκατοντάδες ρεπορτάζ που αφορούσαν τα προβλήματα και κυρίως την Πολιτιστική Κληρονομιά όχι μόνο της Λίμνης αλλά ολόκληρου του νησιού. Από εκείνα λοιπόν τα ρεπορτάζ έτσι για την ιστορία θα αρχίζω σιγά – σιγά να τα ξαναδημοσιεύω μέσα από το Blog, ξεκινώντας με το θρυλικό ποστάλι τον «Κύκνο» που δημοσιεύτηκε στις 30/6/2005.
  

 Κ Υ Κ Ν Ο Σ
«Το Μορφοβάπορο»
                       
      Ήταν η ώρα του να φανεί… Καμιά εικοσαριά αγόρια βρισκόντουσαν στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, μέχρι το γόνατο μέσα στη θάλασσα, στις «Κουκουναριές», στην ανατολική μεριά της Λιμνιώτικης παραλίας και κοιτούσαν όλα προς τα ανατολικά.
      «Νάτο- νάτο – νάτο, έρχεται!, ακούστηκε μία φωνή απ’ όλα τα στόματα των παιδιών.
      Ο ΚΥΚΝΟΣ ΤΟ ΜΟΡΦΟΒΑΠΟΡΟ! Μόλις είχε φανεί η περήφανη πλώρη του (πάνω στην οποία ήταν ζωγραφισμένο σε μπλε φόντο και από τις δύο μεριές το πανέμορφο πτηνό), πνιγμένη μέσα στους αφρούς και στα κύματα, πέρα στην απότομη στροφή, που οι Λιμνιώτες το τοπωνύμιο αυτό το λένε «Πούντα».
      Τούτο το καράβι ήταν πάντα στην ώρα του σε όλα τα λιμάνια που προσέγγιζε! Ήταν τόσο ακριβής η ώρα της άφιξης και της αναχώρησής του, ώστε πολλοί από τους κατοίκους ρύθμιζαν μ’ αυτό τα ρολόγια τους.
     Κάθε μέρα το περίμεναν τα παιδιά στην πάντα θέση για να παραβγούν μόλις περάσει ποιος θα φτάσει κολυμπώντας στο πρώτο μεγάλο κύμα, που άφηναν πίσω του τα απόνερα του βαποριού. Μερικοί, πάλι οι πιο θαρραλέοι πήγαιναν κολυμπώντας μέχρι τη μεγάλη σημαδούρα του λιμανιού, καθόντουσαν επάνω σ’ αυτήν και όταν το πλοίο έκανε κράτει (έβαζε τις μηχανές στο νεκρό σημείο) για να αποβιβάσει στις βάρκες τους επιβάτες που είχαν προορισμό τη Λίμνη, πήγαιναν κολυμπώντας κοντά σ’ αυτό και συνομιλούσαν με τους υπόλοιπους επιβάτες που ήταν ακουμπισμένοι στα ρέλια του βαποριού και είχαν προορισμό βορειότερα.

                                                       Οι Βαρκάρηδες

    Το ίδιο ακριβώς σημείο που παρατηρούσαν τα παιδιά παρατηρούσαν και κάποιοι άλλοι ενδιαφερόμενοι από άλλη όμως μεριά. Ήταν οι βαρκάρηδες από τη μεγάλη κεντρική προβλήτα της Λίμνης, που είχαν τις βάρκες τους αρόδο, απίκο, έτοιμες μόλις φανεί η μπούκα του βαποριού να μεταφέρουν τους επιβάτες στο καράβι.
     Πρώτη έφευγε η «Χρυσαλίς» του Ευαγγελινού και την ακολουθούσε η «Ακτή» του Κώστα Γεωργίου μετά ερχόταν η σειρά του Αγιονικόλα του «Μπλέτσου», η «Σοφία» του Ατωνίου, από κοντά η «Παναγιά» του Γιάννη Χρυσάνθη, ο «Ευαγγελισμός» του Λυσαίου και τελευταίος ο «Αντρέας» του Παπανικολάου.
      Σαν τις χήνες που ακολουθούν την ακροποταμία η μία πίσω από την άλλη, πλεύριζαν οι βάρκες το βαπόρι και άρχιζαν την αποβίβαση των επιβατών από μία μικρή σκάλα. Κατά τον ίδιο τρόπο γινόταν και η επιβίβαση των επιβατών που είχαν προορισμό τη Λίμνη.

                                             Το χειμώνα υπήρχαν προβλήματα

    Αυτή τη φορά, τώρα που είναι καλοκαίρι ήταν εύκολο. Το χειμώνα, όμως, με τις νοτιές, τις κακοκαιρίες και τα ραγάνια του βόρειου Ευβοϊκού τα πράγματα δυσκόλευαν πάρα πολύ για τους βαρκάρηδες και τους επιβάτες, κυρίως όταν το Κύκνος περνούσε τις πρώτες μετά τα μεσάνυχτα ώρες προς τη Χαλκίδα (πέρναγε αυτή την ώρα ώστε όταν έφτανε στη Χαλκίδα να προλάβαιναν οι επιβάτες το πρώτο πρωινό τραίνο προς την Αθήνα), ενώ για την εξυπηρέτηση των επιβατών ένα από τα παραλιακά καφενεία της Λίμνης παρέμενε εκ περιτροπής ανοιχτό.
     Με πόση μαεστρία κουνούσε τα κουπιά ο βαρκάρης, πότε μπρος και τα δύο, πότε σία το ένα και μπρος το άλλο και πλεύριζε την σκαλίτσα του πλοίου στην κατάλληλη στιγμή που το κύμα ήταν στο ανώτερο σημείο του, ώστε να πιαστεί ο επιβάτης με κάποια ευκολία. Από όσο δε θυμάμαι και όποιους από τους παλιότερους ρώτησα δεν συνέβη ποτέ ατύχημα, ούτε έπεσε κανένας άνθρωπος στη θάλασσα. Οι πιο πολλοί από αυτούς τους βαρκάρηδες ήταν απόμαχοι, οι ξέμπαρκοι ναυτικοί, που και σ΄ αυτόν τον τομέα έδειχναν την ναυτική τους ικανότητα και προέλευση.
    Στη συνέχεια γέμιζε η προβλήτα της Λίμνης με μπαγάζια, μικρά και μεγάλα και βαλίτσες. Ήταν εκεί ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Μπέτσος, με το καροτσάκι του, που το ονόμαζε το «Αϊδονάκι», ο Γιάγκος ο  Μουλιάρης, που ήταν και άριστος τελάλης, κι αυτός με το δικό του μεταφορικό μέσον, αλλά και άλλοι μεταφορείς, που προωθούσαν τους τα πράγματα των ντόπιων επιβατών, αλλά και των τουριστών στα σπίτια που είχαν νοικιάσει.

                                                    Πρωτοπόρα η Λίμνη
    Η Λίμνη εκείνη την εποχή πρωτοπορούσε, αφού διέθετε οργανωμένο επίσημο τουριστικό γραφείο του ΕΟΤ, το οποίο βρισκόταν στο μέσον της παραλίας, κοντά στο ειρηνοδικείο. Ελάχιστοι  ήσαν εκείνη την εποχή στη Λίμνη που δεν νοίκιαζαν τα σπίτια τους.
     Και οι υπόλοιπες «ναυτικάτζες», θαλασσοδαρμένες μορφές από τον ήλιο, την αρμύρα και τα τερτίπια της θάλασσας, καθόντουσαν στα παραλιακά μαγαζιά και στο μεγάλο καφενείο του Ρούσσου, πού ήταν δίπλα στο κεφαλόσκαλο (κεφαλόσκαλο λένε οι Λιμνιώτες το μεγάλο πλάτωμα του μουράγιου, μπροστά από την μεγάλη ξύλινη προβλήτα) και αναπολούσαν βλέποντας το βαπόρι να πλησιάζει, τα δικά τους αρμενίσματα, άλλοι στα ποντοπόρα πλοία και οι πιο ηλικιωμένοι στα ιστιοφόρα.
    Τούτο το καράβι ο «Κύκνος» έδινε αφενός ζωή στον τόπο, αφετέρου δε σε έκανε να νοιώθεις ότι βρίσκεσαι σε νησί, σε πόλη και κατοίκους που αγαπούν και έχουν ζυμωθεί με την αρμύρα της θάλασσας.
    Μέχρι που αναπτύχθηκαν οι χερσαίες επικοινωνίες. Άνοιξαν οι δρόμοι και γέμισε ο τόπος αυτοκίνητα και ο «Κύκνος» πηγαινοερχόταν όλο και με λιγότερους επιβάτες, ώσπου κρίθηκε το δρομολόγιο του ασύμφορο και σταμάτησε οριστικά το 1974.
                                               
Ο Αποχαιρετισμός

     Ποιος άραγε, από τους παλιότερους δε θυμάται το παρατεταμένο, του «Οριστικού Αποχαιρετισμού»  σφύριγμα του «Κύκνου» , που άρχισε μόλις φάνηκε στην «Πούντα» και λιγόστευε όταν το πλοίο πέρασε στη δυτική μεριά της Λιμνιώτικης παραλίας, πέρα από τη σκήτη του Οσίου Χριστοδούλου και το Προσκοπείο, μέχρι που χάθηκε οριστικά….       
     Χαιρέταγαν δακρυσμένοι οι «ναυτικάτζες» της παραλίας, χαιρέταγαν οι γλάροι και τα άλλα πλεούμενα του λιμανιού, χαιρέταγαν οι Λιμνιώτισσες από τα παράθυρα με σηκωμένα τα μαντήλια, χαιρέτισε και η γριά Μπενετίνα που το σπίτι της ήταν δίπλα στη θάλασσα , που με το λιβανιστερό στο χέρι κατέβαινε κάθε πρωί και λιβάνιζε σταυρωτά το πέλαγος «για νάχουνε οι ναυτικοί μας καλά ταξίδια…»
   Χαιρέτησε και το ναυτικό καμπανάκι του Άι Μελέτη, ΝΤΑΝ_ΝΤΑΝ, όταν ένα φευγαλέο θρόισμα του αγέρα κούνησε το γλωσσίδι του…

Στο Βόλο
    
     Είδα για τελευταία φορά τον «Κύκνο» παροπλισμένο στην προβλήτα του λιμανιού του Βόλου, το καλοκαίρι του 1977, όταν πήγαμε με τους αθλητές του Ναυτικού Ομίλου Λίμνης  για κάποιο διασυλλογικό πρωτάθλημα και ρίγησα.  Ο νους μου γύρισε αμέσως σαν κινηματογραφική ταινία προς τα παλιά, στα παιδικά μου χρόνια, τότε που το περιμέναμε καθημερινά τους καλοκαιρινούς μήνες όλα τα παιδιά με αγωνία, στις «Κουκουναριές».
     Θυμάμαι ότι είχα μείνει για πολύ ώρα εκεί αποσβολωμένος, παρατηρώντας και αναπολώντας το θρυλικό καράβι, όταν το δυνατό σφύριγμα ενός άλλου πλοίου που απέπλεε από το Βόλο για το λιμάνι της Σκιάθου με προσγείωσε στη σύγχρονη πραγματικότητα…
     Ευχής έργο θα ήταν αν μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Νίκου Γριπονησιώτη με τις αναμνήσεις του «Κύκνου» από το λιμάνι της Χαλκίδας στο περιοδικό «Νεφούρια» που εκδίδει το βιβλιοπωλείο «Διάμετρος», αλλά και του παρόντος σημειώματος για το λιμάνι της Λίμνης, μαζευτούν και άλλα στοιχεία μαζί με φωτογραφικό υλικό από τα υπόλοιπα λιμάνια που προσέγγιζε το «Κύκνος» , ώστε να αποτελέσουν ένα αυτοτελές βιβλίο που θα αφορά στην ιστορία και στις θαλασσινές περιπέτειες του αξέχαστου αυτού βαποριού.
    
Λίγα ιστορικά του πλοίου

       Ο «Κύκνος» ήταν το ποστάλι που διαδέχθηκε τη θρυλική προπολεμική «Βασιλική» των Ριτσωναίων, εκτελώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα την ακτοπλοϊκή γραμμή του Βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου. Ναυπηγήθηκε σαν θαλαμηγός (τα λεγόμενα εκείνη την εποχή  Λόρδικα), την περίοδο του μεσοπολέμου στα ναυπηγεία της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ, για λογαριασμό του τότε δημάρχου της Νέας Υόρκης Λαγκουάρδια.
       Ήταν 995 κόρων και διέθετε δύο μηχανές ΜΠΕΣΕΜΕΡ. Κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου το μεταφέρουν στην ανατολική Ασία, σαν βοηθητικό πλοίο στις επιχειρήσεις του Ειρηνικού. Μετά τον πόλεμο επιστρέφει στην  Αμερική απ΄ όπου το 1947 έρχεται στην Ελλάδα φορτωμένο με  «αγαθά» της λεγόμενης Αμερικάνικης βοήθειας. Στη συνέχεια το βγάζουν σε πλειστηριασμό στον Πειραιά και το αγοράζει ο εφοπλιστής Κολοκοτρώνης ο οποίος αφού το επισκευάζει του βάζει και δύο νέες μηχανές τύπου ΜΑΝ που έδωσαν στο σκάφος ταχύτητα 16 μιλίων των ώρα και το δρομολόγησε στη γραμμή Χαλκίδα-Λίμνη- Λουτρά Αιδηψού, Άγιος Κων/νος Βόλος.
      Όταν όμως εγκαινιάζεται η καινούργια γραμμή των φέρυ μπώουτ Αρκίτσας – Αιδηψού και μειώνεται δραστικά η κίνηση με τον «Κύκνο», η εταιρεία αποφασίζει να επεκτείνει το δρομολόγιο του και στις Βόρειες Σκιάθο- Σκόπελο- Αλόννησο, ενώ κάποιες φορές έκανε και το δρομολόγιο Σκύρου- Παραλία Κύμης. Αποσύρθηκε το 1974….
       Το πλήρωμα του αποτελείτο από τους πλοίαρχο, υποπλοίαρχο, πρώτο μηχανικό, έναν ηλεκτρολόγο, άλλους πέντε βοηθούς μηχανής, τέσσερις ναύτες, ένα λοστρόμο, ένα λογιστή, τρεις καμαρότους, τροφοδότη, μάγειρο, παραμάγειρο και λαντζιέρη. Συνολικά 23 ναυτικοί.

     Ο πλοίαρχος της τελευταίας δεκαετίας ήταν ο Κυριάκος Μαστροκόλιας από το Πορτοχέλι της Ερμιόνης και πρώτος μηχανικός επί δεκαεπτά συνεχόμενα χρόνια ο Λιμνιώτης Νικόλαος  Ταγάρας (γόνος μεγάλης ναυτικής οικογένειας και αδελφός του άλλοτε δημάρχου Λίμνης Σωτήρη Ταγάρα) τον  οποίο ευχαριστούμε ιδιαιτέρως αφού μας έδωσε όλες τις παραπάνω πληροφορίες που αφορούν την ιστορία του σκάφους, αλλά και τη φωτογραφία του «Κύκνου» στο λιμάνι της Σκιάθου.

   Γιάννης  Φαφούτης


Γενική άποψη της Λίμνης από το βράχο. Διακρίνεται ο Κύκνος στη μέση του λιμανιού.

Ο Κύκνος μόλις αποβίβασε τους επιβάτες του στη Λίμνη. (φωτογραφία Γιάννης Μπλουκίδης)




Μπροστά στη μεγάλη προβλήτα.

Άλλη μία φωτογραφία από τη μεριά της θάλασσας. Φωτογραφία Γιάννης Μπλουκίδης.

Οι βάρκες γεμάτες με επιβάτες φεύγουν για τον Κύκνο.

Σεπτέμβριος 1957.

Ο Κύκνος στο λιμάνι της Σκιάθου. Πίσω διακρίνεται το Μπόυρτζι.